εικονογραφία


εικονογραφία
[иконография] ουσ. Θ. иллюстрация,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εικονογραφία" в других словарях:

  • εἰκονογραφία — εἰκονογραφίᾱ , εἰκονογραφία sketch fem nom/voc/acc dual εἰκονογραφίᾱ , εἰκονογραφία sketch fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰκονογραφίᾳ — εἰκονογραφίᾱͅ , εἰκονογραφία sketch fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εικονογραφία — η иконопись, иконография – особенности и каноны изображения определенного лица (Господа, Богородицы, святого и т.д.), сюжета, а также описание и систематизация изображений; в средневековом искусстве устойчивая традиция изображения различных лиц и …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εικονογραφία — Η τυπική απεικόνιση στα έργα τέχνης ιστορικών, μυθολογικών και θρησκευτικών προσώπων και θεμάτων με τα διακριτικά τους σύμβολα ή γνωρίσματα, όπως έχουν καθοριστεί από την παράδοση και το δόγμα. Για παράδειγμα, ένας αετός ή ένας επιβλητικός ώριμος …   Dictionary of Greek

  • εικονογραφία — η 1. εικονογράφηση (βλ. λ.). 2. ζωγραφικός πίνακας, ζωγραφιά. 3. προσωπογραφία, πορτρέτο. 4. αγιογραφία: Αγιορείτικη εικονογραφία. 5. εικόνα για διακόσμηση βιβλίου. 6. η τέχνη του εικονογράφου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εἰκονογραφίας — εἰκονογραφίᾱς , εἰκονογραφία sketch fem acc pl εἰκονογραφίᾱς , εἰκονογραφία sketch fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰκονογραφίαν — εἰκονογραφίᾱν , εἰκονογραφία sketch fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰκονογραφίαις — εἰκονογραφία sketch fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • γραφή — Τεχνική που επινοήθηκε από τον άνθρωπο για να επικοινωνεί με τους άλλους και συνίσταται στην ορατή και σχετικά διαρκή αποτύπωση είτε του περιεχομένου, είτε, στις πιο εξελιγμένες φάσεις, της ίδιας της μορφής των γλωσσικών σημείων. Η πρώτη γ. ήταν… …   Dictionary of Greek